τιθήνα

τιθήνα
τιθήνα
1 nurse met.

Αἴτνα, πάνετες χιόνος ὀξείας τιθήνα P. 1.20


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τιθήνα — τιθήνᾱ , τιθήνη nurse fem nom/voc/acc dual τιθήνᾱ , τιθήνη nurse fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιθηνά — τιθηνός nursing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιθήνας — τιθήνᾱς , τιθήνη nurse fem acc pl τιθήνᾱς , τιθήνη nurse fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιθήναι — τιθήνᾱͅ , τιθήνη nurse fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιθήναν — τιθήνᾱν , τιθήνη nurse fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιθήνη — και δωρ. τ. τιθήνα, ἡ, Α 1. τροφός μικρού παιδιού, παραμάννα, βυζάστρα 2. μητέρα 3. φρ. α) «χιόνος τιθήνα» μτφ. το ηφαίστειο Αίτνα (Πίνδ.) β) «ἡ τῆς γενέσεως τιθήνη» μτφ. η γη (Πλάτ., Αριστοτ.) γ) «βίου τιθήνη» μτφ. το τραπέζι τού δείπνου (Τιμοκλ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”